Από το βήμα της 90ής ΔΕΘ ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε ένα μεγάλο πακέτο οικονομικών μέτρων, μιλώντας για αυξήσεις εισοδημάτων, φορολογικές ελαφρύνσεις και μια Ελλάδα που προχωρά προς το 2030.
Υπήρχε, όμως, μια μεγάλη απουσία.
Η Ομογένεια.
Εκατομμύρια Έλληνες που ζουν, εργάζονται, επιχειρούν και δημιουργούν σε Αυστραλία, Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδά, Ευρώπη και σε κάθε γωνιά του κόσμου άκουσαν για ακόμη μία φορά πολλές υποσχέσεις για την Ελλάδα, αλλά ελάχιστες συγκεκριμένες απαντήσεις για τα δικά τους προβλήματα.
Και αυτό δεν είναι μια μικρή λεπτομέρεια.
Η ελληνική διασπορά αποτελεί ένα τεράστιο κομμάτι του Ελληνισμού.
Κι όμως, η πολιτική της κυβέρνησης απέναντί της παραμένει σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένη σε λόγια, εκδηλώσεις, επετειακές αναφορές και φωτογραφίες με ομογενειακούς φορείς.
«Ελλάδα του 2030» – αλλά ποια Ελλάδα για τους Έλληνες του εξωτερικού;
Ο πρωθυπουργός μίλησε για μια Ελλάδα που αλλάζει.
Όμως για έναν Έλληνα που ζει στο εξωτερικό, υπάρχουν ορισμένα πολύ πιο συγκεκριμένα ερωτήματα.
Τι κάνει η Ελλάδα για να κρατήσει ζωντανή την ελληνική γλώσσα στις επόμενες γενιές;
Τι κάνει για τα ελληνικά σχολεία της διασποράς;
Τι κάνει για τους νέους Έλληνες του εξωτερικού που θέλουν να διατηρήσουν την επαφή τους με την πατρίδα;
Τι κάνει για τους ομογενείς που θέλουν να επενδύσουν στην Ελλάδα;
Τι κάνει για όσους θέλουν να επιστρέψουν;
Και κυρίως:
Πόσο πραγματικά ενδιαφέρεται η ελληνική πολιτεία να μετατρέψει την Ομογένεια από μια «δεξαμενή ψήφων και εμβασμάτων» σε έναν στρατηγικό εθνικό και οικονομικό εταίρο;
Αυτά τα ερωτήματα δεν απαντήθηκαν από τη σκηνή της ΔΕΘ.
Η ψήφος των αποδήμων δεν μπορεί να είναι απλώς προεκλογικό σύνθημα
Η σχέση της Αθήνας με την Ομογένεια έχει αλλάξει.
Οι Έλληνες του εξωτερικού θέλουν συμμετοχή.
Θέλουν να έχουν λόγο.
Θέλουν να αισθάνονται ότι η Ελλάδα τούς αντιμετωπίζει ως ισότιμους πολίτες και όχι ως Έλληνες δεύτερης κατηγορίας που θυμόμαστε μόνο όταν υπάρχει ανάγκη για πολιτική στήριξη.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά προβλήματα.
Η κυβέρνηση μπορεί να μιλά για «γέφυρες» με την Ομογένεια, όμως η πραγματική σχέση με τους απόδημους κρίνεται από την καθημερινή πολιτική.
Από το αν μπορούν να εξυπηρετηθούν εύκολα από το ελληνικό κράτος.
Από το αν μπορούν να μεταφέρουν περιουσία ή επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα χωρίς ατελείωτη γραφειοκρατία.
Από το αν μπορούν να ψηφίζουν με ουσιαστικά απλές και λειτουργικές διαδικασίες.
Από το αν τα παιδιά τους μπορούν να μάθουν σωστά ελληνικά.
Από το αν αισθάνονται ότι η Ελλάδα τούς χρειάζεται πραγματικά.
Η Ομογένεια δεν χρειάζεται μόνο προσκλήσεις και δεξιώσεις
Για δεκαετίες η ελληνική πολιτεία αντιμετωπίζει την Ομογένεια με έναν τρόπο που πλέον δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Εκπρόσωποι της κυβέρνησης ταξιδεύουν στο εξωτερικό, συμμετέχουν σε εκδηλώσεις, φωτογραφίζονται με ομογενειακές οργανώσεις και μιλούν για τους «απανταχού Έλληνες».
Όμως μετά τις κάμερες;
Τι μένει;
Μένει η αγωνία των ελληνικών κοινοτήτων για τη χρηματοδότηση των σχολείων.
Μένει η ανάγκη για σύγχρονα προγράμματα ελληνικής γλώσσας.
Μένει η απόσταση από τις ελληνικές προξενικές υπηρεσίες.
Μένει η γραφειοκρατία.
Μένει η αίσθηση ότι πολλές φορές η Ελλάδα θυμάται την Ομογένεια περισσότερο στις επετείους παρά όταν σχεδιάζει τη στρατηγική της.
Και οι νέες γενιές;
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα.
Ο Ελληνισμός του εξωτερικού αλλάζει γενιά.
Ο παππούς μιλά ελληνικά.
Ο γονιός μιλά ελληνικά και τη γλώσσα της χώρας όπου ζει.
Το παιδί μπορεί να καταλαβαίνει ελληνικά αλλά να μην τα χρησιμοποιεί.
Και η επόμενη γενιά κινδυνεύει να απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο.
Εάν η Ελλάδα θέλει πραγματικά να μιλά για «ισχυρή Ομογένεια», τότε χρειάζεται μια σοβαρή, μακροπρόθεσμη εθνική πολιτική για τον Ελληνισμό του εξωτερικού.
Όχι αποσπασματικές δράσεις.
Όχι μόνο πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Όχι μόνο λόγια.
Χρειάζεται επένδυση στην ελληνική γλώσσα, στην εκπαίδευση, στην ψηφιακή σύνδεση των νέων με την Ελλάδα, στις επιχειρηματικές σχέσεις και στη δημιουργία πραγματικών κινήτρων επιστροφής.
Η Ελλάδα χρειάζεται την Ομογένεια – αλλά την αντιμετωπίζει σαν να μην το ξέρει
Υπάρχει ένα τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κεφάλαιο έξω από τα ελληνικά σύνορα.
Επιτυχημένοι επαγγελματίες.
Επιχειρηματίες.
Επιστήμονες.
Ερευνητές.
Νέοι άνθρωποι με διεθνή εμπειρία.
Άνθρωποι που μπορούν να επενδύσουν, να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και να μεταφέρουν τεχνογνωσία.
Η Ελλάδα θα μπορούσε να έχει μια πραγματική στρατηγική για όλους αυτούς.
Αντί γι’ αυτό, συχνά περιορίζεται στο να τους ζητά να «μην ξεχνούν την πατρίδα».
Η πατρίδα, όμως, δεν είναι μόνο μια ανάμνηση. Είναι και μια σχέση που χρειάζεται πολιτική.
Η μεγάλη χαμένη ευκαιρία
Η ΔΕΘ θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία μιας μεγάλης αλλαγής στη σχέση Ελλάδας και Ομογένειας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε την ευκαιρία να ανακοινώσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για τους Έλληνες του εξωτερικού.
Ένα σχέδιο που θα έλεγε ξεκάθαρα:
«Η Ελλάδα σάς χρειάζεται και σας θέλει πραγματικά κοντά της».
Δεν αρκεί όμως να το πεις.
Πρέπει να το αποδείξεις.
Με πολιτικές.
Με χρήματα.
Με υποδομές.
Με σχολεία.
Με ψηφιακές υπηρεσίες.
Με απλούστερες διαδικασίες.
Με πραγματικά κίνητρα για επενδύσεις και επιστροφή.
Με μια νέα σχέση ανάμεσα στην Αθήνα και στις ελληνικές κοινότητες του κόσμου.
Από τα μεγάλα λόγια στις πραγματικές πράξεις
Οι εξαγγελίες της ΔΕΘ μπορεί να δημιουργούν την εικόνα μιας κυβέρνησης που έχει σχέδιο για το μέλλον.
Για την Ομογένεια, όμως, το ερώτημα είναι διαφορετικό:
Πού είναι το δικό της σχέδιο;
Οι Έλληνες του εξωτερικού δεν ζητούν προνόμια.
Ζητούν να μην αντιμετωπίζονται ως πολίτες που βρίσκονται μακριά από την Ελλάδα.
Ζητούν μια πατρίδα που να τους ακούει, να τους διευκολύνει και να επενδύει στη σχέση μαζί τους.
Γιατί ο Ελληνισμός δεν σταματά στα σύνορα.
Και μια κυβέρνηση που μιλά για την Ελλάδα του 2030 δεν μπορεί να σχεδιάζει το μέλλον της χώρας χωρίς να σχεδιάζει ταυτόχρονα το μέλλον της Ομογένειας.
Η ΔΕΘ τελείωσε.
Οι εξαγγελίες έγιναν.
Τα χειροκροτήματα ακούστηκαν.
Τώρα αρχίζει το πραγματικό ερώτημα:
Τι θα αλλάξει αύριο για τον Έλληνα της Μελβούρνης, του Σίδνεϊ, της Νέας Υόρκης, του Τορόντο, του Λονδίνου και κάθε ελληνικής κοινότητας στον κόσμο;
Γιατί η Ομογένεια έχει κουραστεί να ακούει ότι είναι «ο Ελληνισμός που βρίσκεται παντού».
Θέλει πλέον να δει ότι η Ελλάδα είναι και αυτή πραγματικά δίπλα της.
Τα σχόλια είναι κλειστά.